Συζήτηση κολποσκοπικών ευρημάτων σε διεπιστημονική συνάντηση (MDT)

Σε μια μετα-ανάλυση (Mitchell et al. 1998), κολποσκόπηση ήταν πολύ ευαίσθητη  (96% κατά μέσο όρο) στη διάγνωση ενός φυσιολογικού έναντι μη φυσιολογικού τραχήλου και 85% για φυσιολογικό/LSIL έναντι υψηλού-βαθμού CIN. Ειδικότητα ήταν χαμηλότερη (48% και 69% αντιστοίχως). 

Παρά την μεγάλη ευαισθησία της, κολποσκόπηση παρέχει μία αποτελεσματική μέθοδο για την αύξηση της ειδικότητας των HPV+ ή ASC-US+ αποτελεσμάτων. 

Κολποσκόπηση είναι λιγότερο ευαίσθητη στην ανίχνευση των AIS/CGIN και λανθάνοντος αδενοκαρκινώματος (Jordan et al. 2008; Talaat et al. 2012).. 

Βλάβες υψηλά στον ενδοτραχηλικό σωλήνα, ειδικά στης μεγαλύτερης ηλικίας  γυναίκες, ανιχνεύονται δύσκολα εξαιτίας του ότι η πλακωδοκυλινδρική συμβολή μετατίθεται εντός του σωλήνα. 

Χαμηλή PPV (αλλά υψηλή ευαισθησία) του HPV testing ως τεστ ίασης μετά θεραπεία των υψηλού-βαθμού CIN αποτελεί μια πρόκληση στην κολποσκόπηση σε γυναίκες σχετικά υψηλού κινδύνου για καρκίνο όταν μικρές περιοχές εμμένουσας CIN μπορεί να μην είναι ορατές στην επιφάνεια του τραχήλου.

Πρακτικές συνέπειες των κολποσκοπικών ευρημάτων σε  διεπιστημονική συνάντηση (MDT)

  • Αρνητική κολποσκόπηση στην παρουσία HSIL ή AIS μπορεί να οδηγήσει σε θεραπεία μετά από ανασκόπηση και επιβεβαίωση των κυτταρολογικών ευρημάτων
  • Κατώφλι για θεραπεία  (CIN1 και CIN2) θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εμμονή, τύπο HPV και ιστολογική ανασκόπηση
  • Ακρίβεια της κολποσκοπικής εκτίμησης των HSIL θα πρέπει να υπολογίζεται στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικότητας και ερμηνείας των στικτών βιοψιών και LLETZ
X