Κυτταρολογική διάγνωση

Πηγές σφαλμάτων

  • Ανεπαρκής εκπαίδευση και ενημέρωση των κυτταρολόγων, ειδικότερα εκείνων με μικρότερο ενδιαφέρον στην κυτταρολογία του τραχήλου.
  • Έλλειψη αυτοπεποίθησης σε ζητήματα που αφορούν στην εργασία κυτταροτεχνολόγων (εφόσον υπάρχουν στα εργαστήρια).
  • Έλλειψη εμπειρίας σε καλοήθεις αντιδραστικές αλλοιώσεις που οδηγούν σε υπερ-διάγνωση άτυπων ή οριακών (borderline) αλλοιώσεων.
  • Υπερβολικός φόρτος εργασίας, ανεπαρκείς εργαστηριακοί χώροι και εξοπλισμός μπορεί να επηρεάσουν την απόδοση όλων των βαθμίδων του προσωπικού.

QC και QA για την τελική έκδοση αποτελέσματος από το εργαστήριο

 

Βασικές αρχές

  • Τακτική επικοινωνία μεταξύ των κυτταρολόγων με την χρήση μικροσκοπίων πολλαπλής μικροσκόπησης, για την συζήτηση δύσκολων περιστατικών πριν την έκδοση αποτελεσμάτων αποτελεί μια καθημερινή μέθοδο ελέγχου ποιότητας.
  • Διασφάλιση ποιότητας των τελικών εκθέσεων αποτελεσμάτων βασιζόμενη στην ιστολογική έκβαση απαιτεί σταθερή ορολογία, ακρίβεια στην καταγραφή και πρόσβαση στα κολποσκοπικά ευρήματα και ιστολογικά αποτελέσματα. 
  • Όπως εξηγείται αλλού, είναι αδύνατη η μέτρηση της ευαισθησίας χωρίς γνώση της επικράτησης των υψηλού-βαθμού ανωμαλιών και καρκίνου στον ελεγχόμενο θεωρούμενο ως αρνητικό πληθυσμό. Συμπληρωματικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται όπως παρακολούθηση των ποσοστών αναφοράς αποτελεσμάτων και σύγκρισης τους με τα τοπικά και εθνικά πρότυπα. (Wiener et al. 2007).

Ποσοστά αναφοράς για υψηλού-βαθμού κυτταρολογία μπορεί να συγκρίνονται μεταξύ των κυτταρολόγων για εσωτερικό QA ή, ως είδος εξωτερικού QA μεταξύ των εργαστηρίων και τοπικών ή εθνικών προτύπων. 

Σημαντική διακύμανση στα ποσοστά αναφοράς αποτελεσμάτων ως υψηλόβαθμες αλλοιώσεις σε 9 εργαστήρια, που αφορούν σε 1 εκατομμύριο πληθυσμό, μέσω διεργαστηριακών συνεργασιών και συγκρίσεων των ποσοστών αναφοράς αποτελεσμάτων σε βάθος χρόνου 5 ετών,  πλησίασε αρκετά τον στόχο του εύρους   αποδεκτού από το NHSCSP (Σχήμα 11.4; Butland & Herbert 1996). 

 

Σχήμα 11.2 Ποσοστά αναφοράς για υψηλού-βαθμού δυσκαρύωση σε 9 εργαστήρια: Σχήμα 2 από τους Butland & Herbert 1996

 

Ποσοστά αναφοράς για χαμηλού-βαθμού και οριακή / άτυπη κυτταρολογία μπορεί να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά των απαντήσεων όπως υπερβολική χρήση των οριακών / άτυπων κατηγοριών.

Ποσοστά αναφοράς αποτελεσμάτων ως ανεπαρκή παρέχουν μία ένδειξη που μπορεί να είναι χρήσιμη στην παρακολούθηση αυτών που ασχολούνται με τη δειγματοληψία καθώς επίσης και της εργαστηριακής απόδοσης.

Θετική προγνωστική αξία (PPV) των δειγμάτων που διαγιγνώσκονται ως υψηλού-βαθμού δυσκαρύωση και επιβεβαιώνονται μετά την κολποσκόπηση ως CIN2+ αποτελεί μία αντιπροσωπευτική μέτρηση της ειδικότητας (υποδηλώνοντας τα ψευδώς θετικά).

Εφικτά πρότυπα στο πλαίσιο της ιστολογικής έκβασης: Το NHS Cervical Screening Programme στην Αγγλία ορίζει ποσοστά 5-95% ως εφικτά πρότυπα για  PPV, μέτρο παραπομπής (RV) και ποσοστά ανεπαρκών αποτελεσμάτων, ως μετρήσεις της απόδοσης (Σχήμα 11.5). Αυξήσεις στο μέτρο παραπομπής (RV) υποδηλώνει μια στροφή στην HPV διαλογή, με μεγαλύτερο αριθμό γυναικών με άτυπες αλλοιώσεις και χαμηλού-βαθμού δυσκαρύωση που παραπέμπονται για κολποσκόπηση με την πρώτη επίσκεψη.  PPV και μέτρο παραπομπής (RV) μετρούν και τα δύο την απόδοση του κυτταρολογικού εργαστηρίου στο πλαίσιο της ιστολογικής έκβασης, προσδίδοντας μια περισσότερο αντικειμενική μέτρηση της απόδοσης συγκριτικά με μόνο τα ποσοστά αναφοράς αποτελεσμάτων (HSCIC 2014). 

 

Σχήμα 11.5. PPV και RV παρέχουν εφικτά πρότυπα για το NHS Cervical Screening Programme στην Αγγλία βασισμένα στην ιστολογική έκβαση  (Πίνακας R από HSCIC 2014).
* Αριθμός γυναικών που παραπέμπονται για κολποσκόπηση για την ανίχνευση μίας περίπτωσης CIN2+
​** % των δειγμάτων από παραπέμποντες γενικούς ιατρούς (GP) και κέντρα υγείας

 

Διασφάλιση ποιότητας στην κυτταρολογική διάγνωση

  • Ποσοστά αναφοράς υψηλού-βαθμού, χαμηλού-βαθμού και ανεπαρκών αποτελεσμάτων αποτελούν μέτρηση της ατομικής και συνολικής εργαστηριακής απόδοσης
  • Πρότυπα βασισμένα στην ιστολογική έκβαση όπως η θετική προγνωστική αξία και το μέτρο παραπομπής αποτελούν περισσότερο αντικειμενικές μετρήσεις της απόδοσης

 

X