9c. Κυτταρολογικές αλλοιώσεις

Κριτήρια για διάκριση φυσιολογικών από μη φυσιολογικά κύτταρα

Βασικά, ένα πρόγραμμα ελέγχου του τραχήλου εξαρτάται από την ικανότητα του κυτταρολόγου να ανιχνεύει μη φυσιολογικά κύτταρα ανάμεσα στα χιλιάδες φυσιολογικά κύτταρα σε ένα τραχηλικό επίχρισμα με χρώση Παπανικολάου ή σε δείγμα κυτταρολογίας υγρής φάσης με την χρήση οπτικού μικροσκοπίου. Με την εμπειρία από το screening και το γνωστικό υπόβαθρο σχετικά με την όλη διαδικασία, ο κυτταρολόγος θα μπορεί να είναι ικανός να προβλέψει το ιστολογικό αποτέλεσμα για τον ασθενή.

Στην κυτταρολογία, είναι πολύ σημαντική η αυστηρή εφαρμογή των μορφολογικών κριτηρίων σε κάθε κύτταρο. Κάνοντας αυτό από την αρχή της εκπαίδευσης, θα καταστεί δυνατή η κατανόηση των διαφορών μεταξύ καλοήθων, δυσπλαστικών/δυσκαρυωτικών (προ-νεοπλασματικών) και κακοήθων κυττάρων.

Υπάρχουν δύο βασικά μέρη ενός κυττάρου, ο πυρήνας και το κυτταρόπλασμα. Γενικά, η κατάσταση του πυρήνα δίνει πληροφορίες σχετικά με την υγεία του κυττάρου ενώ το κυτταρόπλασμα δίνει στοιχεία σχετικά με τον τύπο του κυττάρου και τον βαθμό ωρίμανσης του

 

  • Ένα πρόγραμμα ελέγχου του τραχήλου εξαρτάται από την ικανότητα του κυτταρολόγου να ανιχνεύει δυσπλαστικά/δυσκαρυωτικά κύτταρα
  • Ο κυτταρολόγος θα πρέπει να είναι ικανός να προβλέψει το ιστολογικό αποτέλεσμα
  • Η κατάσταση του πυρήνα δίνει πληροφορίες για την υγεία του κυττάρου
  • Το κυτταρόπλασμα δίνει πληροφορίες για τον τύπο του κυττάρου και τον βαθμό ωρίμανσης του

 

Πίνακας 9c-1.  Διαγνωστικά κριτήρια μεταξύ καλοήθων και νεοπλασματικών κυττάρων 

 

Κριτήρια καλοήθειας

Κριτήρια νεοπλασίας

Η χρωματίνη είναι λεπτή και με ομοιόμορφη κατανομή

Η χρωματίνη είναι αδρή, σε συγκεντρώσεις με μη ομοιόμορφη κατανομή

Το μέγεθος και το σχήμα του πυρήνα είναι εντός φυσιολογικών ορίων για το επίπεδο της ωρίμανσης του επιθηλίου

Οι πυρήνες εμφανίζουν ποικιλομορφία σε μέγεθος και σχήμα εντός του ίδιου κυτταρικού πληθυσμού

Οι πυρηνικές μεμβράνες είναι ομαλές

 

Οι πυρηνικές μεμβράνες είναι ανώμαλες και εμφανίζουν οδοντώσεις και/ή  πάχυνση οφειλόμενη στην περιθωριοποίηση και συγκέντρωσεις της χρωματίνης

Οι πυρήνες είναι φυσιολογικά χρωματισμένοι και η ένταση της χρώσης διατηρείται σε όλα τα κύτταρα

Οι πυρήνες είναι συνήθως υπερχρωματικοί και η χρώση ποικίλλει από την μία ομάδα στην άλλη.

Η πολυπυρήνωση είναι δυνατή αλλά σπανίζει (αναγέννηση, αντιδραστικός ενδοτράχηλος)

Η πολυπυρήνωση είναι συχνή αντανακλώντας την ταχεία κυτταρική αλλαγή

Τα πυρήνια είναι μικρά, ίσα σε αριθμό και μέγεθος, ενώ μπορεί να είναι ευμεγέθη αλλά φυσιολογικά σε επανόρθωση/ αναγέννηση

Τα πυρήνια, εφόσον υπάρχουν, είναι μεγάλα, ανώμαλα και ποικίλλουν από πυρήνα σε πυρήνα. Πυρήνια είναι περισσότερο εμφανή στον καρκίνο παρά στην δυσπλασία/δυσκαρύωση.  

Τα κύτταρα είναι σε συνοχή και διατηρείται η αρχιτεκτονική

Απώλεια της συνεκτικότητας (κύτταρα αποσπώμενα από τις ομάδες τους). Οι πυρήνες τείνουν να συνωστίζονται μεταξύ τους στις ομάδες

Η μίτωση φυσιολογικά συμβαίνει μόνο στη βασική στιβάδα έτσι ώστε να εμφανίζεται σπάνια σε ένα τραχηλικό επίχρισμα (επανόρθωση/ αναγέννηση)

Μιτώσεις είναι δυνατόν να εμφανίζονται σε όλες τις στιβάδες του επιθηλίου

 

Όλες οι αλλοιώσεις που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα είναι ενδεικτικές της ανώμαλης μιτωτικής δραστηριότητος των δυσπλαστικών (προ-καρκινικών) κυττάρων τα οποία έχουν αποκτήσει μέσω των μεταλλάξεων την ικανότητα να διεισδύουν στο έλεγχο της φυσιολογικής κυτταρικής διαίρεσης.

Το διηθητικό καρκίωμα εκ πλακώδους επιθηλίου συνήθως εμφανίζεται με ένα φάσμα προκαρκινωματωδών αλλοιώσεων γνωστών ως τραχηλική ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία (CIN), που αναπτύσσεται στο μεταπλαστικό πλακώδες επιθήλιο της ζώνης μετασχηματισμού του τραχήλου. CIN μπορεί να υπάρχει στον τράχηλο για πολλά χρόνια πριν την ανάπτυξη διηθητικής βλάβης. CIN μπορεί να υποστρέφει, να εμμένει ή να εξελίσσεται.

Τρεις βαθμοί CIN αναγνωρίζονται με αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης και φθίνουσα πιθανότητα υποστροφής: CIN1, CIN2 και CIN3. CIN3 ισοδυναμεί με καρκίνωμα in situ.  CIN1 συνδέεται στενά με λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) από την οποία δεν μπορεί να διακριθεί με αξιοπιστία.

Το αδενοκαρκίωμα του τραχήλου είναι σπάνιο συγκρινόμενο με το καρκίνωμα εκ πλακώδους επιθηλίου και μπορεί να εμφανιστεί με υψηλόβαθμη αδενική ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία (CGIN), η οποία ισοδυναμεί με το αδενοκαρκίνωμα in situ (AIS).  Χαμηλόβαθμο CGIN αναγνωρίζεται αλλά σπανίως διαγιγνώσκεται. [Σύνδεση με Κεφάλαιο 4 – Παθογένεση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και των προκαρκινικών αλλοιώσεων]

Οι κυτταρικές αλλοιώσεις του καρκινώματος από πλακώδες επιθήλιο και του αδενοκαρκινώματος είναι επίσης εμφανείς σε CIN και CGIN και εντοπίζονται στα κυτταρολογικά παρασκευάσματα. Ο βαθμός της αλλοίωσης αναγνωρίζεται ως χαμηλόβαθμη ή υψηλόβαθμη αλλοίωση. Η διήθηση μπορεί να υποδειχθεί με την κυτταρολογία αλλά διαγιγνώσκεται μόνο στην ιστολογία. Η διάκριση αυτών των αλλοιώσεων από καλοήθεις και αντιδραστικού τύπου αλλοιώσεις παρέχει τη βάση για το Τεστ Παπανικολάου.

Η μορφολογική ορολογία που χρησιμοποείται σε αυτό το κεφάλαιο είναι σε συμφωνία με το Σύστημα Bethesda (TBS) (Nayar & Solomon 2004; Nayar & Wilbur 2015).   Οι Ευρωπαϊκες Κατευθυντήριες Οδηγίες προτείνουν ότι οι ορολογίες θα πρέπει να είναι μεταφράσιμες σύμφωνα με το TBS (Herbert et al. 2007), που επιτρέπει την χρήση του όροιυ δυσκαρύωση, όπως στην Βρετανική ορολογία (Denton et al. 2008), και δυσπλασία.

The morphological terminology used in this chapter is in accordance with the Bethesda system (TBS) (Nayar & Solomon 2004; Nayar & Wilbur 2015).   The EU guidelines recommend that terminologies should be translatable into TBS (Herbert et al. 2007), which allows the use of the term dyskaryosis, as in the UK terminology (Denton et al. 2008), and dysplasia. 

 

Τα μορφολογικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται σε αυτό το κεφάλαιο είναι σε συμφωνία με τις  Ευρωπαϊκες Κατευθυντήριες Οδηγίες και το Σύστημα Bethesda για την ορολογία της κυτταρολογίας του τραχήλου

 

X